Αρχική | Επικοινωνία |
Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ | ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ | ΜΝΗΜΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ | ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ
Επιστροφή <
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
21/08/2021ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΔΙΑΣΥΝΔΕΟΜΕΝΗ ...

Ιστορία η διασυνδεόμενη: Ποντιακός Ελληνισμός – Σοβιετική Ένωση – ΕΛΛΑΔΑ. Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΩΝ 30 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΤΗΣ ΕΣΣΔ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΣ "Η ΑΡΓΩ".


Συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το αποτυχημένο πραξικόπημα των κομμουνιστών της Σοβιετικής Ένωσης, στις καθοριστικές εκείνες ημέρες 18-21 Αυγούστου 1991.

Το πρωινό της 19 Αυγούστου 1991 ανώτατα στελέχη Κομμουνιστικού Κόμματος της  παραπαίουσας Σοβιετικής Ένωσης έβγαλαν στους δρόμους της ρωσικής πρωτεύουσας πάνω από 360 τανκς, τουλάχιστον 420 θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και πάνω από 4.000 στρατιώτες από τις στρατιωτικές μονάδες στην περιφέρεια Μόσχας. Δεν κατάφεραν, όμως, να ανακόψουν την επιθυμία και πορεία του Ρωσικού λαού για απαλλαγή από την δικτατορία του κομμουνιστικού συστήματος στην ΕΣΣΔ. 

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ. ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΙΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΟΥΝ, τη διατήρηση των προνομίων τους.

Κατά το στρατιωτικό πραξικόπημα τραυματίστηκαν πολλοί πολίτες. Την νύχτα της 21 Αυγούστου τρεις νέοι άντρες δολοφονήθηκαν με φρικτό τρόπο, στον ανισόπεδο κόμβο του Νέου Αρμπάτ. Στάθηκαν μπροστά στη φάλαγγα των τανκς που κατευθύνονταν για την κατάληψη του Белый Дом (Λευκός Οίκος - Beliy Dom) της κυβέρνησης Μ. Γκορμπατσόφ (Горбачёв М.). Οι εντολές των κομμουνιστών ήταν αυστηρές, τα τανκς προχώρησαν και έλειωσαν με τις ερπύστριες τούς μετέπειτα ήρωες του λαϊκού ξεσηκωμού, κατ’ ουσία απέτρεψαν τη Ρωσία από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (Дмитрий Комарь-Δημήτρης Κομάρ, Владимир Усов-Βλαδίμηρος Ούσοβ, Илья Кричевский-Ηλίας Κριτσέβσκιϊ). Η ιστορία των μη αναπτυσσόμενων κοινωνιών βρίθει από ”εμφυλίους” που ανέκαθεν επιδίωκε η Αριστερά. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που, μετά την ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους το 1917, το καθεστώς δολοφονούσε ατιμωρητί πολίτες της ΕΣΣΔ -  Λένιν (Ульянов-Ulyanov), Στάλιν (Джугашвили-Jougasvili), Μπέρια (Берия-Berya) και λοιποί. Ακόμα και τα μαζικά εγκλήματα αποκρύπτονταν σαν απόρρητες μυστικές επιχειρήσεις για την προληπτική ”προστασία και διαφύλαξη της λαϊκής επανάστασης”(!).
Από το απόγευμα της 18ης και έως 21η Αυγούστου οι κομμουνιστές περιόρισαν τον πρόεδρο Γκορμπατσόφ στο προεδρικό εξοχικό στην Ταυρίδα, στα Σοβιετικά παράλια του Ευξείνου Πόντου, αποκόπτοντας και τα επικοινωνιακά του μέσα. Τα κρατικά ΜΜΕ (μόνο αυτά υπήρχαν) είχαν μπλοκαριστεί από τους καθεστωτικούς. Οι διαφωνούντες ρώσοι πολιτικοί έπρεπε να βγουν δια ζώσης στον κόσμο, στα κεντρικά σημεία της Μόσχας. Έτσι, και ο μετέπειτα πρόεδρος της Ρωσίας Μπορίς Γέλτσιν (Ельцин Б.). Τις ημέρες εκείνες σκαρφάλωσε πάνω σε ένα τανκ στη Μόσχα και ξεκίνησε το κάλεσμα με τις φράσεις ”στη τηλεόραση δεν μας αφήνουν, στο ραδιόφωνο δεν μας αφήνουν, στις εφημερίδες δεν μας αφήνουν!.. ”. Ο λαός, αντιλαμβανόμενος την πίεση που δέχονταν οι στρατιωτικοί από τους επικεφαλείς κομμουνιστές, πήρε το μέρος του στρατού και των στρατιωτών, ενώ νωρίτερα και ο Γιέλτσιν απηύθυνε κάλεσμα στους αξιωματικούς.
Η αποτυχία του πραξικοπήματος και η επάνοδος Γκορμπατσόφ στη Μόσχα επέφερε την σύλληψη των πρωτεργατών - 8 ανώτατων στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος, την παραπομπή τους σε ανακριτική διαδικασία και δίκη από την Εισαγγελία της Ρωσίας (της ΕΣΣΔ υπολειτουργούσε).
 
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΜΥΝΑΣ Δ. ΓΙΑΖΟΒ κατά την ανακριτική διαδικασία.  ΑΡΧΗΓΟΣ KGB Β. ΚΡΙΟΥΤΣΚΟΒ κατά την ανακριτική διαδικασία.
 


Ο ταραγμένος Αύγουστος 1991 της σύγχρονης ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης έχει το δικό του ιστορικό αποτύπωμα στον ΠΣ «η Αργώ» και στον αυτόχθονα Ελληνισμό της ΕΣΣΔ.


Ο επί σειρά θητειών (νυν επίτιμος) πρόεδρος του αντιπροσωπευτικού συλλογικού φορέα ΠΣ ”η Αργώ” Χρ. Σοφιανίδης ήταν από τους λίγους έλληνες εκ της Ελλάδας που τις κρίσιμες και ταραγμένες εκείνες μέρες βρίσκονταν στην καταρρέουσα Σοβιετική Ένωση. Τον εν δυνάμει επικίνδυνο εκείνον μήνα Αύγουστο διέρχονταν αναγκαστικά μέσω Μόσχας για τις ελληνικές περιοχές στα νότια της ΕΣΣΔ, όντας και εκλεγμένος Γεν. Γραμ. της Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Ν. Ελλάδας.

Σκοπός εκείνης της επίσκεψής διαρκείας στον Καύκασο και στην Αζοφική ήταν η έρευνα για την καταγραφή των περιοχών παρουσίας του αυτόχθονος Ελληνισμού και των Ελληνικών Οικισμών στην επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Σοφιανίδης επιδίωκε την περάτωση του δύσκολου αυτού έργο πριν την διαφαινόμενη οριστική διάλυση της ΕΣΣΔ. Η προσπάθεια εξελίχτηκε σε αγώνα χρόνου για να συγκεντρώσει τα πάνω από 150 πολυσέλιδα ερωτηματολόγια που είχε διανείμει ιδιοχείρως τον Μάρτιο 1991 στους εκπροσώπους ελληνικών συλλόγων από πολλές περιοχές της ΕΣΣΔ στο 1ο Πανσοβιετικό Συνέδριο των Ελλήνων της ΕΣΣΔ στην πόλη Γκελεντζίκ (Геленджик). Αργότερα, ο Σοφιανίδης θα αναλάβει και πρωτοβουλία για αδελφοποίηση της πόλης Γκελεντζίκ με τον Δήμο Καλλιθέας. Αξιολόγησε το γεγονός ότι στο Γκελεντζίκ (πέραν του πιο πάνω ιστορικού Συνεδρίου) ζει σημαντικός αριθμός γηγενών Ελλήνων του Πόντου, ενώ η πόλη διαθέτει και ισχυρό γεωγραφικό συμβολισμό για τους Έλληνες αφού βρίσκεται στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Η αδελφοποίηση συντελέστηκε επιτυχώς με υπογραφή της σχετικής Συμφωνίας το 2008 μεταξύ Γκελεντζίκ και Δήμου Καλλιθέας, όπου ο Χρ. Σοφιανίδης διατελούσε από το 1998 δημοτικός σύμβουλος και αντιδήμαρχος.

Το πρωί της 19ης Αυγούστου 1991 βρίσκονταν στην Μαριούπολη. Είχε αναμμένη την τηλεόραση στο ξενοδοχείο που διέμεινε, όταν ξαφνικά το σύνηθες πρόγραμμα της Σοβιετικής τηλεόρασης διακόπηκε. Άρχισε η μετάδοση του μπαλέτου ”Η λίμνη των κύκνων” του Τσαϊκόφσκι, η εμφάνιση ντυμένης με μαύρο φόρεμα παρουσιάστριας με αυστηρό, καθεστωτικό λόγο και εμφάνιση. Στα πρώτα δευτερόλεπτα πέρασε η σκέψη - δεν μπορεί, κάποια νέα χιουμοριστική εκπομπή θα είναι. Αλλά, όχι, ήταν η εικόνα και φωνή του πραξικοπήματος.

Οι εξελίξεις έβαλαν σε ανησυχία το ελληνικό στοιχείο της Μαριούπολης και όλων των περιοχών της ΕΣΣΔ. Στους περασμένους μήνες είχαν εκφράσει τα αιτήματά τους για τον πολιτισμό, τη γλώσσα, για τα αυτονόητα, ώστε να έχουν δυνατότητα διατήρησης της ταυτότητας του γηγενούς Ελληνισμού.

Στη Μαριούπολη μετέβην μόνος, αεροπορικώς από την Ανάπα με ένα παλαιό δικινητήριο ελικοφόρο ”Aντώνοβ” της γραμμής. Είχε ήδη επισκεφτεί το Σόχουμ - ”το μικρό Παρίσι των Ελλήνων”, μαζί με ένα μέλος του Συλλόγου, προκειμένου να οργανωθεί και εκεί η συγκέντρωση των συμπληρωμένων ερωτηματολογίων της έρευνας. Στην Μαριούπολη τον υποδέχτηκαν μέλη του ελληνικού συλλόγου: ο πρόεδρος Ν. Τεμίρ (Темир Н.), η υπεύθυνη του καλλιτεχνικού συγκροτήματος Μ. Γαϊτάν (Гайтан М.), η δασκάλα των νεοελληνικών Τ. Κασκάλοβα (Кашкалова Т.), η Β. Κονόκ-Λιασκό  (Конок-Ляшко В.) που στο διαμέρισμά της είχε ιδρυθεί τον Ιανουάριο 1989 ο ελληνικός σύλλογος και έκτοτε ήταν υπό στενή παρακολούθηση, και άλλοι. Ο Χρ. Σοφιανίδης επισκέφθηκε τον ελληνικό σύλλογο, το μουσείο της Μαριούπολης (Мариупольский Краеведческий Музей), το ”Ελληνικό σπίτι” στην π. Σαρτανά (с. Сартана), Πριμόρσκοε (с. Проморское) και άλλες τοποθεσίες. Παράλληλα, κατέγραφε δια ζώσης και συνεντεύξεις από ντόπιους έλληνες της Μαριούπολης, αλλά και από άλλες περιοχές - Σταυρούπολη (Ставрополь), Εσεντουκοί (Есендуки), Γκελεντζίκ, Ταϊγάνιο (Таганрог, Ταγκανρόγκ) κα.. Μεταξύ αυτών περιέλαβε και την Αικατερίνη Ζουραβλιόβα (Журавлёва Екатерина) - μέλος τότε της Φιλολογικής Σχολής του Ταϊγάνιου στην Έδρα Γενικής Γλωσσομάθειας, για την οποία σημείωσε την απρόσμενα καλή επικοινωνία της στην νεοελληνική (φέρεται να βρέθηκε έπειτα στο ΑΠΘ).


Πραγματοποίησε, επίσης, φωτογράφηση αντικειμένων και πραγμάτων ελληνικού ενδιαφέροντος που αντίκρισε στο μουσείο της Μαριούπολης, στο ”Ελληνικό σπίτι” κ.α. (με ιδίοις δαπάνες, όπως ανέκαθεν έκανε και για όλα τ’ άλλα –διαμονή και διατροφή, ξενοδοχεία, μετακινήσεις αεροπορικώς – τραίνα - πούλμαν, για δώρα/αναμνηστικά για τους συμπατριώτες μας εκεί, με εξαίρεση μόνο τα εισιτήρια έως την Μόσχα που αργότερα αποδόθηκαν από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε αμοιβή για την έρευνα). Μεταξύ άλλων έβγαλε φωτογραφίες και τις σελίδες του μοναδικού ημερολόγιου-βιβλίου του 1892 για την ίδρυση της Μαριούπολης και για τον έλληνα Μητροπολίτη αυτής Ιγνάτιο (Митрополит Игнатий). Η διευθύντρια του κρατικού μουσείου Μαριούπολης Ρ. Σοένκο (Соенко Р.) ενημέρωσε ότι το βιβλίο αυτό, που φυλάσσονταν σε προθήκη του μουσείου, ήταν ένα από τα δύο μόλις σωζόμενα στον Κόσμο (μετά την επιστροφή, δώρισε, ατυχώς, 98 φωτογραφίες από το βιβλίο αυτό σε επίδοξο "ιστορικό" στην Αθήνα).
Για τις φωτογραφήσεις προσέλαβε φωτογράφο της Μαριούπολης - τον Ιβάν Τ., με τον οποίο γνωρίστηκαν τυχαία σε κατάστημα φωτογραφικών όπου ο Σοφιανίδης βρέθηκε κατά την αναζήτηση ικανής ποσότητας φιλμ που χρειάζονταν. Για την φωτογράφιση και εργασία αποζημίωσε τον φωτογράφο από ιδίοις πόρους, με ένα ικανοποιητικό ποσό αντίστοιχο δύο μηνιαίων μισθών εποχής. Η χώρα ζούσε τη διάλυσή της, η έλλειψη αγαθών και υλικών ήταν ακόμα πιο αισθητή παντού και σε περίπτωση εύρεσής τους οι τιμές ήταν στα ύψη. Περαιώνοντας τις προγραμματισμένες δραστηριότητές του δεν έφυγε αμέσως, το ελληνικό στοιχείο ήταν ανήσυχο για τις αβέβαιες ακόμα εξελίξεις και αποφάσισε να παραμείνει για λίγο ακόμα μαζί τους.

 

Στην Ανάπα επέστρεψε αεροπορικώς, όπου τον υποδέχθηκαν ανυπόμονα τα δύο άτομα που είχαν έρθει μαζί του από την Ελλάδα - πανικόβλητοι από το πραξικόπημα και τις αβέβαιες εξελίξεις. Ενημέρωσαν ότι δεν προχώρησαν τις προηγηθείσες ημέρες στη συγκέντρωση του ερευνητικού υλικού στο Σόχουμ, όπως συμφωνήθηκε πριν την αναχώρηση του Χρ. Σοφιανίδη για Μαριούπολη. Ζητούσαν επίμονα να εγκαταλείψει την όλη προσπάθεια, να φύγουν άμεσα και οι τρεις στην Ελλάδα, πράγμα που αρνήθηκε επιπλήττοντάς τους για λιποψυχία και που έχασαν αναξιοποίητες τόσες ημέρες. Το οξύμωρο είναι ότι ασυγκράτητα πανικόβλητος και χλομιασμένος από τον φόβο για τη ζωή του ήταν ο δεύτερος, με την πολυετή αριστερίστικη ”προϋπηρεσία” στην Ελλάδα που απέκρυβε, ενώ θα περίμενε κανείς να είχε δείξει εμπιστοσύνη στους πραξικοπηματικούς ομοϊδεάτες της ΕΣΣΔ. Ο πανικός και ο τρόμος της φοβίας του ήταν διάχυτα και ενισχύονταν από την ανυπαρξία σχέσης και επαφής με την κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική οντότητα και περιβάλλον του Ελληνισμού στην ΕΣΣΔ, την έλλειψη πραγματικής γνώσης για την Σοβιετική Ένωση, καθώς και την απόλυτη άγνοια της ρωσικής γλώσσας, όπως και της ποντιακής (...).

 

Ο Χρ. Σοφιανίδης, εν μέσω ταραχών και αντιρωσικού μένους των γεωργιανών κατευθύνθηκε από το Σόχουμ με νυχτερινό τραίνο για την αφιλόξενη Τιφλίδα, να συναντήσει εκεί τους ομοεθνείς μας και να συγκεντρώσει τα στοιχεία της έρευνας για την Γεωργία. Στο ολονύχτιο ταξίδι, σε κάθε σταθμό της διαδρομής, όχλοι ντόπιων γεωργιανών ορμούσαν με επιθετικά καλέσματα στο τραίνο. Είχαν σκοπό να λιντσάρουν έναν νεαρό ρώσο αξιωματικό με την νεαρή γυναίκα του, που βρέθηκε να ταξιδεύουν στο διπλανό κουπέ. Κάποια ώρα, σε μία από τις μεταμεσονύκτιες στάσεις, επιδίωξαν να μπουκάρουν στο κουπέ του Σοφιανίδη για ”έρευνα” και απετράπησαν πάνω στο κατώφλι. Ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κατάστασης ελλόχευε σε όλη τη διαδρομή. Στην ζοφερή Τιφλίδα το τηλέφωνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου παρακολουθούνταν, κάποια στιγμή διαφάνηκε ότι υπήρχε και φυσική παρακολούθηση. Για την συγκέντρωση του υλικού, που είχε διανείμει την άνοιξη, συνεργάστηκε με έλληνες της περιοχής, όπως ο Α. Τσεπίδης (Чепиди А.) και άλλοι.
Τα ερωτηματολόγια και οι συνεντεύξεις προορίζονταν για την έρευνα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Η πρόταση για πραγματοποίηση καταγραφής της κοινωνικο-γεωγραφικής, χωροταξικής παρουσίας του Ελληνισμού στη Σοβιετική Ένωση είχε εκφραστεί εγκαίρως από τον Χρ. Σοφιανίδη στο Σύλλογο. Η μαζική αναχώρηση των γηγενών Ελλήνων για την Ελλάδα διαφαίνονταν δεδομένη και ανησυχούσε για την αδυναμία της μετέπειτα καταγραφής των Ελληνικών εστιών και οικισμών, που τάχιστα άδειαζαν στην αχανή Σοβιετική Ένωση. Ο ελληνικός πληθυσμός αναχωρούσε μαζικά, ιδιαίτερα από το 1989 και ύστερα, τα ακίνητα πωλούνταν έναντι ευτελούς τιμήματος ή καταλαμβάνονταν από τους ντόπιους εποίκους (Καζαχστάν, Γεωργία, Αμπχαζία κα.). Μετείχε ανιδιοτελώς στην προεργασία και πραγματοποίηση της έρευνας για λόγους αρχών και διαφύλαξης του ιστορικού παρελθόντος του λαού μας, όπως έκανε ανέκαθεν σε δεκάδες άλλες δραστηριότητες και έργα του Συλλόγου και σε όλες τις επιστημονικές έρευνες που μετείχε, παρότι τα ελλαδικά πανεπιστήμια ελάμβαναν αδρές επιδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις γι’ αυτές μαζί και ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, μονίμως αποσπασμένοι και περιφερόμενοι εμμίσθως σε ρόλο μελών ”ερευνητικών ομάδων” και επίδοξων περί τω σύλλογο ”ιστορικών”. 
Παρενθετικά θα μπορούσε να αναφερθεί πως μόλις το περασμένο έτος, 1990, υπό ανάλογες συνθήκες ο Χρ. Σοφιανίδης πραγματοποίησε μία δύσκολη προσδοκία του Παμποντιακού Συλλόγου «η Αργώ». Επέτυχε, με σύμπραξη  ομοεθνών μας στη Σοβιετική Ένωση, συνοδεία ενός ακόμα μέλους του συλλογικού μας φορέα, να εξασφαλίσει και να αναπαραγάγει με ιδίοις πόρους υπό ανύπαρκτες συνθήκες, απαγορευτικές ούτως ή άλλως διοικητικά, τεχνολογικά και υλικά στη καταρρέουσα Σοβιετική Ένωση, και να μεταφέρει στον Σύλλογο την πλήρη σειρά των εκατοντάδων εκδόσεων της εφημερίδας «Κόκινος Καπνάς» (Кокинос Капнас) σε πρωτότυπα φωτοαντίγραφα φυσικού μεγέθους της εφημερίδας, που εκδίδονταν την δεκαετία 1930 στο Σόχουμ (Σουχούμι, Сухум) της Σοβιετικής Αμπχαζίας. Η εφημερίδα απαγορεύτηκε από το κομμουνιστικό σταλινικό καθεστώς παρόλο που το ίδιο την ήλεγχε πλήρως. Τελούσε υπό τον άμεσο έλεγχο του ”Περιφερειακού Κομιτάτου της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής Αμπχαζίας και Κομμουνιστικού Κόμματος Γεωργίας” [Орган Абхазкого ОбКома и Сухрайкома КП(б) Грузии] και εκδίδονταν σε μία τεχνητή, εκφυλιστικά νεωτερίστικη, εικοσαγράμματη αλφάβητο της νεοελληνικής-δημοτικής. Αρχικώς, περιελάμβανε αρθρογραφίες και στη Ποντιακή γλώσσα, που στη συνέχεια απαγορεύτηκε και εξαφανίστηκε πριν το οριστικό κλείσιμο της εφημερίδας (1937). Στα περιεχόμενά της κυριαρχούσε δικτατορικά η ιδεολογίστικη προπαγάνδα της κομματικής καθοδήγησης, η συνθηματοκρατία, σπανίως ”υπήρχε” στα ίδια ως άνω πλαίσια και η Ελλάδα δια εξουσιοδοτημένων προπαγανδιστών εκ του ελλαδικού ΚΚΕ και της αντίστοιχα ελεγχόμενης συνθηματολογίας.
Ο ίδιος κατέταξε στα ”εύκολα” της έρευνας, που εμφανίζονταν σαν Μελέτη Απόδημου Ελληνισμού ανά χώρα στην ΕΣΣΔ, τη συμβολή του στη διαμόρφωση του ερωτηματολογίου και την απόδοση αυτού στη ρωσική γλώσσα. Στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και στην Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού δεν υπήρχαν καταρτισμένοι γνώστες της ρωσικής γλώσσας και του κυριλλικού πληκτρολογίου. Η ρωσική γλώσσα συμπληρώθηκε χειρόγραφα ανάμεσα στις αράδες των νεοελληνικών, ώστε να μπορούν να καταλάβουν οι εκπρόσωποι των ελληνικών κοινοτήτων στις περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης τα ζητούμενα. Έτσι, διανεμήθηκε στους ομοεθνείς μας σε δύο γλώσσες: νεοελληνική και ρωσική, με την ταυτόχρονη προφορική παροχή των απαραίτητων οδηγιών και πληροφοριών, ενώ η επαναμετάβαση για την ολοκλήρωση του κρισιμότερου σταδίου της έρευνας - ήτοι, της οργάνωσης καταγραφής και συλλογής των πρωτογενών στοιχείων - συνέπεσε τον κρίσιμο για την ΕΣΣΔ και για τον εκεί γηγενή Ελληνισμό μήνα Αύγουστο του 1991.

Στα περιθώρια της ιστορικής αναδρομής, επί ελλαδικού εδάφους:

Τα στοιχεία της έρευνας συγκεντρώθηκαν με κόπο και προσωπικές δαπάνες υπέρ ευγενούς σκοπού και παραδόθηκαν στο Πανεπιστημίου Αιγαίου. Παρελήφθησαν από άτομο της ”ερευνητικής ομάδας” που έπαιζε το ρόλο συνδέσμου με τον Σύλλογο στην εν λόγω έρευνα στην οποία μετείχε και το ίδιο, ενώ καταλάμβανε θέση αποσπασμένου υπαλλήλου στην Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού από την οποία επιχορηγούνταν η συγκεκριμένη έρευνα και άλλα προγράμματα.

Στα χρόνια των παχιών επιδοτήσεων της ΕΕ πολλοί επιδίωξαν θέσεις στη ”βιομηχανία” εγκρίσεων των προγραμμάτων, άλλοι τη λήψη αυτών ή τη συμμετοχή σε αυτά, άλλοι και τα τρία, πολλοί δε εξ αυτών ”ξεχνούσαν” την υποχρέωση του αποδοτικού απολογισμού.

Στην ΓΓΑΕ ο συγκεκριμένος σχετίστηκε με ασχολίες για επιδοτούμενα προγράμματα προς τρίτους, που διασφάλιζαν σχέσεις με καθηγητές και ”ερευνητικές ομάδες” των χρηματοδοτούμενων πανεπιστημίων και επιπλέον απολαβές από συμμετοχές στα προγράμματα αυτά σε παράλληλο ρόλο ωσάν ερευνητού. Εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες και τη σχέση με τον αντιπροσωπευτικό συλλογικό φορέα προωθούσε στα περιβάλλοντα των ”ερευνητικών ομάδων” την εικόνα του ”βαθέως γνώστη του Ελληνισμού στην ΕΣΣΔ”... - ένα πολύ επίκαιρο τότε ζήτημα που, λόγω ”παλιννοστούντων” και διάλυσης της ΕΣΣΔ, υπόσχονταν προσωπική ανέλιξη και προβολή αφού ήταν ”παρθένο έδαφος” για κάθε είδους μελέτη και χωρίς ανταγωνισμό στον ελλαδικό χώρο.

Μετά παρέλευση τριών ετών (1994), θα εμφανιστεί μία φωτοτυπική έκδοση της έρευνας σε πρόχειρο τεύχος ”σπιράλ” που θυμίζει φοιτητικές σημειώσεις. Υποθέτουμε ότι η έκδοση μετά τριετίας ενός φωτοτυπικού τεύχους ήταν απλά μία χρονολογική σύμπτωση με τις απολογιστικές υποχρεώσεις του φορέα-χρηματοδότη (ΓΓΑΕ), που έπρεπε επιτέλους να κλείσει τους φακέλους των επιδοτούμενων προγραμμάτων όπου αλώνισαν οι αποσπασμένοι (και μη) υπάλληλοι για την ”επιστημονική τους αναβάθμιση" με έξτρα πάντα αμοιβές από τον προϋπολογισμό των ερευνών, και όχι επειδή οι αρκούντος καταρτισμένοι ”υπάλληλοι-ερευνητές-μαθητευόμενοι ιστορικοί” δεν άφησαν ”λέπι” για να εκτυπωθεί ένας κανονικός, τυπογραφικός, αντάξιος του θέματος τόμος. Για την ιστορία και μόνο αναφέρεται ότι για το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα στη διαχείριση της ”ερευνητικής ομάδας” του Πανεπιστημίου είχαν πιστωθεί 7.250.000 δρχ. σε επιχορήγηση.

Παρατηρήσαμε με (μη) έκπληξη πως στο εισαγωγικό κείμενο του εν λόγω τεύχους επιτράπηκε η απρέπεια να αποσιωπάται το όνομα του ερευνητή του κρισιμότερου σταδίου της έρευνας - του πρωτογενούς ερευνητικού έργου, προεργασίας, οργάνωσης, διασφάλισης πρωτογενών ερευνητικών δεδομένων, στην αξιοπιστία, ποιοτική και ποσοτική επάρκεια των οποίων οφείλεται η ακρίβεια ή η αποτυχία όλων των υπολοίπων φάσεων. 
Ήταν εμφανές πως με ανύπαρκτη την αναφορά στον ερευνητή (Χρ. Σοφιανίδης) και μέσα από ομιχλώδεις γενικεύσεις και εκούσιες ασάφειες στο εισαγωγικό κείμενο, η απίθανης κλίμακας πρωτογενής ερευνητική εργασία στην ΕΣΣΔ (και όχι μόνο) προσαρτάται εμμέσως πλην σαφώς και τεχνηέντως σε άτομο της ”ερευνητικής ομάδας” του οποίου το ένα αφτί βρίσκονταν στην επιτροπή έρευνας του πανεπιστημίου και το άλλο στα γραφεία του φορέα-χρηματοδότη (ΓΓΑΕ), όπου τυπικά ήταν αποσπασμένο για τον δημοσιοϋπαλληλικό του μισθό. Οι αφύσικα κολακευτικές ευχαριστίες στο εισαγωγικό κείμενο στο πρόσωπο του εν λόγω ατόμου, οι υπερθετικές επευφημίες ότι, η έρευνα πραγματοποιήθηκε ”χάριν της βαθιάς του γνώσης για τον Ελληνισμό της ΕΣΣΔ...”, λαμπίρισαν ωσάν επιμελώς γυαλισμένα παπούτσια σε σκοπίμως σκονισμένη παπουτσοθήκη, ακούγονταν δε οξύμωρα ως και αυτοέπαινοι (...) αφού ο συγκεκριμένος της ”ερευνητικής ομάδας” δεν διέθετε καμία γνώση ρωσικών, ποντιακών και καμία απολύτως σχέση, ούτε και φυσική ή βιωματική, με τον εκεί αυτόχθονα Ελληνισμό.
Η ζητηθείσα συμμετοχή και ουσιώδης συμβολή του Χρ. Σοφιανίδη, χωρίς την οποία η αποτυχία του ερευνητικού προγράμματος θεωρούνταν δεδομένη, ήταν γνωστή και δεν μπορούσε στα τρία χρόνια που διαμεσολάβησαν να εξαϋλωθεί, όμως, μπορούσε να αλλοιωθεί και να παραχαραχθεί με μία ”προσαρμοσμένη ευχαριστία” για την ”μετάφραση κειμένων της έρευνας από ρωσικά στη νεοελληνική”. Σε ερώτημα στην αρμόδια γραμματεία του πανεπιστημίου περί του ”λάθους” λήφθηκε η (αναμενόμενη) απάντηση - το εισαγωγικό κείμενο δεν συνέταξε ο καλόπιστα διευθύνων καθηγητής (...). Η ιδιαίτερα υποσχόμενη τότε εξελικτικά (αυτο)διάκριση σε ”βαθύ γνώστη του Ελληνισμού της ΕΣΣΔ...” με τις αντίστοιχες ”θερμές (αυτο)ευχαριστίες” σε μία πανεπιστημιακή έκδοση, πως θα χρησιμοποιούταν περαιτέρω ;..
Τις δεκαετίες 1980-90 η ανοικτή και ανιδιοτελής παροχή από τον Σύλλογο ενημέρωσης και γνώσης στα ζητήματα του Ελληνισμού στην/από Σοβ. Ένωση ενίοτε και για την ίδια την ΕΣΣΔ, όταν δεν υπήρχαν πηγές και καταρτισμένοι γνώστες στην Ελλάδα ούτε και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, εκλήφθηκε φαίνεται από ορισμένους σαν καιροσκοπική ευκαιρία εκμετάλλευσης της μοναδικής αυτής πηγής. Ο Σύλλογος ήδη κατακλύζονταν με προβλήματα δεκάδων χιλιάδων ελληνικών οικογενειών από την διαλυμένη ΕΣΣΔ, πολλές σε συνθήκες νέας προσφυγιάς και χωρίς την ουσιαστική στήριξη της ανέτοιμης και ανοργάνωτης Ελλάδας-κράτους όπου επί μία δεκαετία δεκάδες δισεκατομμύρια δρχ. ευρωπαϊκών χορηγήσεων και προγραμμάτων άλλαζαν ταμεία, χέρια και τσέπες στο όνομα της ανθρωπιστικής κρίσης των ελληνικών αυτών οικογενειών. Στον Σύλλογο, χρόνος και μέριμνα για ”αρχεία/χαρτιά” δεν περίσσευε – όταν καταστρέφονταν οικογένειες, παιδιά έμεναν στο δρόμο, πέθαιναν άνθρωποι.
Έτσι, λίγο αργότερα θα αναδυθεί άλλη μία (μη) έκπληξη, αυτή τη φορά σε σχέση με το ιστορικό αρχείο του Συλλόγου της εφημερίδας «Κόκινος Καπνάς», που όπως προαναφέρθηκε απέκτησε ο Σύλλογος σε αποτέλεσμα αποστολής το 1990 του (νυν επίτιμου) προέδρου, συνοδεία και ενός μέλους του συλλόγου, στις εστίες μας στην Σοβιετική Αμπχαζία. Το ιστορικό αυτό αρχείο του Συλλόγου κατέστη ίσως και το μοναδικό παγκοσμίως από το 1993, όταν το Κρατικό Αρχείο στην Αμπχαζία που βρίσκονταν οι πρωτότυπες εκδόσεις της εφημερίδας πυρπολήθηκε στον πόλεμο Γεωργίας-Αμπχαζίας και καταστράφηκε ολοσχερώς. Το ιστορικό αρχείο φυλάσσονταν στο Σύλλογο και δεν επεστράφη ως όφειλε από δανειστή - περί τω σύλλογο ”ιστορικό”, που εσοδεύοντας αποσπασμένος υπάλληλος στην ΓΓΑΕ και από διάφορα χρηματοδοτούμενα προγράμματα, εκμεταλλεύτηκε προσωπικά το ιστορικό αρχείο του Συλλόγου για την ατομική του αναρρίχηση, μεταπηδώντας  με ”πανεπιστημιακή διαδικασία” από ”βαθύς γνώστης...” σε ”ειδικός” για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς καμία γνώση ρωσικής γλώσσας, ποντιακής, καμίας σχέσης, ούτε φυσικής ή βιωματικής, επαφής ή γνώσης της ΕΣΣΔ και με τον εκεί αυτόχθονα Ελληνισμό. Σε αποτέλεσμα των πράξεων και συμπεριφορών του, σε ρόλο περί τω σύλλογο ”ιστορικού”, συμπεριλαμβανομένου της εκμετάλλευσης για προσωπικούς σκοπούς και μη επιστροφής αρχειακού υλικού του Συλλόγου, αποπέμφθηκε από τον ιστορικό Συλλογικό φορέα (...).

Έτσι, το στρατιωτικό πραξικόπημα Αυγούστου 1991 στην ΕΣΣΔ αποτυπώθηκε, δια του εκεί γηγενούς Ελληνισμού, στην ιστορική διαδρομή του Παμποντιακού Συλλόγου ”η Αργώ” που στα πλαίσια του συλλογικού, εθνικού, πολιτισμικού, κοινωφελούς έργου του συνδέθηκε με πολλές περιοχές και γεγονότα στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

 

Άραγε, ... η όχι και τόσο ευχάριστη ιστορική επέτειος του αποτυχημένου αυτού πραξικοπήματος, που άγγιξε τον αυτόχθονα Ελληνισμό στην πάλε ποτέ Σοβιετική Ένωση, περικλείει τόσες άγνωστες πτυχές ενός φαινομενικά άσχετου στην Ελλάδα ιστορικού γεγονότος.


 

Αρχική ^
   COPYRIGHT © 2008 ΠΑΜΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «Η ΑΡΓΩ»Οροι χρήσης